Αηδονόπιτα (Ι. Ζουργός)

Καιρό είχα να το κάνω. Και δεν αναφέρομαι τόσο στο διάβασμα ενός βιβλίου όσο στον εντοπισμό/αναπαραγωγή (ελπίζω να μην θίγονται πνευματικά δικαιώματα) κάποιων χαρακτηριστικών αποσπασμάτων του.

Αηδονόπιτα (Ισίδωρος Ζουργός)

Προς στιγμήν, σ’ εσένα μπορώ να το εξομολογηθώ, φοβήθηκα μήπως σ’ ένα πρωινό είχα μεταμορφωθεί σε ένα βαλέ κάποιου ευγενούς της μεγάλης τους αυτοκρατορίας. Ακολουθούσα πίσω του χωρίς βούληση, ενώ αυτός σχεδίαζε την κάθε ώρα του με επιμέλεια και χάρη. Αυτός μεγαλύτερος και έμπειρος, εγώ απλά και μόνο ένας αμήχανος νεαρός από τις πρώην αποικίες τους. Πίστεψέ με, τώρα έχω αρχίσει να καταλαβαίνω καλύτερα. Η Ευρώπη όλη είναι μια γριά πόρνη που η μπογιά της πιάνει ακόμα. Ξέρει τόσα κόλπα αυτή, ξέρει τόσο καλά την τέχνη του πλανέματος και της κάθε ηδονής. Όλα γύρω της είναι περίτεχνα, σύνθετα, σκεπασμένα με τη γοητευτική πατίνα του χρόνου, με τη σοφία του. Τώρα αρχίζω να μυρίζομαι από ποια σκοτεινή σήραγγα του παρελθόντος προερχόμαστε, πόσο η χώρα μας είναι ακόμη το αθώο νόθο της. Είμαστε επαρχιώτες ακόμα, Ελίζαμπεθ, απλοϊκοί στη βία μας και στην αγαθοσύνη μας. Όλοι αυτοί εδώ είναι έμμεσοι στους τρόπους τους με τρόπο αριστοτεχνικό και πολυπρόσωποι εξαιτίας της μακραίωνης ιστορίας τους. Η εμπειρία της πρώτης μου συνάντησης με τους Έλληνες, τους πιο παλιούς Ευρωπαίους, επιβεβαίωσε αυτή μου την αίσθηση: είμαστε ακόμη χονδροειδώς αθώοι.

Pervigilium Veneris ή αλλιώς Το ξενύχτι της Αφροδίτης. Σου έχω μιλήσει ποτέ γι’ αυτό; Ένα αριστούργημα της λατινικής ποίησης, για το οποίο όμως δεν ξέρουμε τον ποιητή. Διαδραματίζεται στη Σικελία την άνοιξη: η Αφροδίτη γλεντοκοπά όλη τη νύχτα μεσα στα δάση και προσκαλεί όλους στον έρωτα. Ο ποιητής όμως κλείνει μ’ έναν τόνο λυπητερό, γιατί αυτός δε μοιάει με το αηδόνι που κελαηδεί στην Αφροδίτη, αυτός θα μείνει για πάντα στη σιωπή του.

Γράμμα στον Σάμουελ Γκρίντλεϋ Χάου
Σπούδασα ελληνική φιλολογία και φιλοσοφία, κύριε Χάου, διάβαζα ασταμάτητα από τότε που θυμάμαι τον κόσμο, όμως όπως ψιθυρίζει και ο Φάουστ του Γκαίτε στη γοτθική του κάμαρα
Αχ, σπούδασα φιλοσοφία
και νομική και γιατρική
και αλί μου και Θεολογία
με κόπο και μ’ επιμονή
και να ‘μαι εδώ με τόσα φώτα
εγώ ο μωρός, όσο και πρώτα

(Αναφορά στην «Ελληνική Νομαρχία») Κουράστηκα να περνώ τις νύχτες χαζεύοντας αστέρια, ο τράχηλος βάρυνε πια και δύσκολα σηκώνεται ψηλά, ίσως είναι καλύτερα έτσι, σκυφτός πάνω σ’ ένα χαρτί. (…) θυμάμαι αυτά που μου ΄λεγε για το βιβλίο του εκείνο το επαναστατικό που σκόρπισε και χάθηκε σαν τα ξερά φύλλα, πιο πολύ όμως θυμάμαι την αγωνία του για το γένος των Γραικών. Καλύτερα όμως που έφυγε νωρίς, καλύτερα που δεν πρόλαβε, δεν είδε.
(…) Ο Ελισαίος ξεψύχησε στα χέρια μου σφαγμένος από πλατιά λάμα. Ήταν τότε που ήρθαν οι άνθρωποι του γκουβέρνου και άναψε η μάχη μεταξύ μας. Φώναζε ο ένας τον άλλο τουρκόφιλο και προδότη, ώσπου γεμίσαμε δυο λάκκους μέχρι απάνω. Καμάρωσε τον αγώνα των Γραικών! Ένθεη μανία για τα άσπρα, τους παράδες, την εξουσία. Ήταν εκείνοι οι μήνες που οι Ρουμελιώτες κατέβηκαν στο Μοριά και πολέμησαν με τους ντόπιους. Το γκουβέρνο έδινε διαταγές δολοφονίας δώθε κείθε, και οι αντίθετοι έκαιγαν χωριά και πέρναγαν θηλιά τους χωρικούς. Πού πήγε άραγε το όνειρο, Ελίζαμπεθ;

(…) τα μάτια του Μπάιρον γυάλιζαν πια από το μηλίτη, και τα δάκτυλά του είχαν ξεκουμπώσει δύο από τα θηριώδη μαύρο κουμπιά που είχε στο χιτώνιο. (…) Είπαμε φυσικά για το Childe Harold και το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, αυτό το προσκύνημα του διχασμένου του εαυτού, όπως το είπε. Μήπως και το δικό μου πέρασμα απ’ τον ωκεανό δεν ήταν το ίδιο πράγμα; (…) Είναι παράξενο πως για τον πόλεμο μιλήσαμε πολύ αργότερα, σαν να ‘ταν και για μένα η ποίηση η προτεραιότητα, σαν να μη μας έφερε μια επανάσταση και τους δυο σ’ αυτή τη χώρα.
«Εσείς γράφετε;» με ρώτησε κάποια στιγμή χωρίς περιστροφές. Του απάντησα με ένα «όχι» κοφτό , καθώς τούτο το τετράδιο το κρύβω σαν ένα νόθο παιδί και αρνούμαι συνεχώς κάθε σχέση μαζί του. «Αυτό σημαίνει πως έχετε καλύτερα πράγματα να κάνετε», μου απάντησε. «Εγώ τώρα που έχω, δε γράφω πια, ο πόλεμος άλλωστε και οι τελετές του είναι μια ύψιστη μορφή τέχνης».

Όλα τούτα είναι ζήλια και παραφορά, Ελίζαμπεθ, μικροψυχία και θυμός. Γιατί δε μου το λες; Γιατί δε μου λες να γίνω κανονικός αρσενικός που παραμονεύει στις όχθες τους θηλυκούς λαιμούς την ώρα που σκύβουν να πιουν νερό, γιατί δεν της έσπειρα ένα παιδί χρόνια τώρα; Αρσενικός είναι ο άλλος που την γκάστρωσε κι έφυγε όπως προστάζει η φύση, ο άλλος που πετάει τα κομμένα κεφάλια αιμόφυρτα σαν τα κοκκινογούλια, που πάλι σ’ αυτόν επιστρέφει με τον καρπό του στην αγκαλιά της. Ποιά είναι η φύση τέλος πάντων; Ποιός πρόκοψε ποτέ μελετώντας τον φυσιοδίφη Πλίνιο και το Naturalis Historia, πες μου! Αυτός ο πολιτισμός μού έφαγε τη φύση μου όπως το σαράκι το ξύλο.

Στάθηκε μπροστά του κι έφερε τη γροθιά στο στήθος με τον τρόπο των ελεύθερων Γραικών, με τον τρόπο του Νικήτα. (…) Δυστυχώς ήταν μόνος σου, πρόσωπο με πρόσωπο με τα απόνερα της πολιτισμένης Ευρώπης.

«Γλυκέ μου Γκάμπριελ, αν σε είχα μαζί μου αυτά τα χρόνια …Λέγαμε λοιπόν, ότι αξίζει στην Ανατολή είναι αυτά που ‘ναι χωμένα στη γη, όλα τ’ άλλα είναι για τους αφελείς. Συγχώρεσέ με όμως…δε θα ‘πρεπε να μιλάω έτσι…Είναι που ‘μαι χρόνια σ’αυτόν τον σκατότοπο και συναναστρέφομαι μόνο τα τσούρμα των καραβιών και τους σωματοφύλακες, έχασα κάτι Γκάμπριελ, απ’ την ευπρέπειά μου, το ξέρω…»
(…) Ξέρεις κάτι τελικά, θεάρεστο έργο κάνουμε, γιατί τα σώζουμε απ’ τα χέρια των βαρβάρων. Έχεις δει τους Τούρκους να τρυπάνε τις κολόνες, γιατί λέει τάχα έχουν μέσα κρυμμένο χρυσάφι. Άλλοι στήνουν ασβεστοκάμινα, για να βγάλουν απ΄το μάρμαρο καλό ασβέστη. Οι πιο πολλοί Έλληνες είναι δεισιδαίμονες, πιστεύουν πως τα μάρμαρα είναι το αγαθό πνεύμα των χωραφιών τους, άλλοι πάλι τα φοβούνται, σταυροκοπιούνται και δεν τα πλησιάζουν.

(…) η Αμερική τράβηξε άλλο δρόμο απ’ αυόν που είχες εσύ στο νου σου. Η νεαρή δημοκρατία έγινε γριά ολιγαρχία, έτσι το έλεγες, θυμάσαι; Είμαστε πια η μικρή Αγγλία που μεγάλωσε, κι αυτό το ‘λεγες.

Ήθελε να με ρωτήσει, το ένιωθε αλλά ποτέ δεν το έστρωσε με τη γλώσσα του, ήθελε να με ρωτήσει: «Έζησε ευτυχισμένος;» Δεν τον βοήθησα να πει ξεκάθαρα αυτό που τον απασχολούσε, γιατί την απάντηση δεν την ξέρω ακόμα, χρειάζεται να βεβαιωθώ. Ένα ταξίδι έχω ακόμα, φλουρί μου, κι ύστερα έυχομαι ο Θεός να με βοηθήσει να πιστέψω πως άλλαξα τη μοίρα του Βέρθερου κι έτσι έζησες τελικά με τη Λότη ευτυχισμένος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s